- ναζιραῖος
- -α,-ον A 0-3-0-1-1=5 JgsA 13,5.7; 16,17; Lam 4,7; 1 Mc 3,49Hebr. loanword (נזיר); Nazarite, con-secrated by Nazarite vows; neol. Cf. TOV 1979, 232-233; →NIDNTT; TWNT(sub Ναζωραῖος)
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
Ναζιραίος — Ναζιραῑος, α, ον (ΑΜ) βλ. Ναζηραίος … Dictionary of Greek
Nazarene (title) — For other uses, see Nazarene (disambiguation). Mary s Well, said to be the site of the Annunciation, Nazareth, 1917 Nazarene is a title applied to Jesus (c. 4 BC c. AD 30), who grew up in Nazareth … Wikipedia
Ναζηραίος — και Ναζιραίος, ο (ΑΜ Ναζηραῑος και Ναζιραῑος) 1. συν. στον πληθ. οι Ναζηραίοι εκκλ. Ιουδαίοι ασκητές που ήταν αφιερωμένοι στον Θεό και αναλάμβαναν ένορκη υποχρέωση να αποφεύγουν ισόβια ή για ορισμένο χρονικό διάστημα τα οινοπνευματώδη ποτά και το … Dictionary of Greek
Ναζωρικός — Ναζωρικός, ή, όν (Α) ο Ναζιραίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ναζωραίος + κατάλ. ικός] … Dictionary of Greek
ναζιραιότης — ναζιραιότης, ἡ (Α) [Ναζιραίος] το καθεστώς τών Ναζιραίων … Dictionary of Greek